Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

νο7


Σε είδα προχθές, νύχτα σα θάλασσα η ώρα, από το τζάμι στο δωμάτιο. Νυσταγμένος όπως ήμουν φουριόζο σε κατάλαβα. Από το ένα πόδι έσερνες χαμόκλαδα και από το άλλο μπαμπάκι και χόρτα απ'το ποτάμι μου'μοιαζαν. Στα χέρια βαστούσες τα ψιλά που σου περίσσεψαν, στις πλάτες τόνομά σου. Μα στο μυαλό τα περσσότερα κουβάλαγες και αυτά αλήθεια σε βάραιναν. Είχες του Άγγελου τις θύμησες, την κοροϊδία του Θέμη απ'τη σχολή, που ευτυχώς έλεγες,δεν έπιασε. Την Άννα και τη Νίκη απ'τη Σύρο που μια φορά στο καράβι χειμώνα βρεθήκατε και σαν μια ζωή τις ήξερες. Τον γέρο με το μαγαζάκι , κάτω από το σπίτι της Φυλής, με τα βαμμένα μαλλιά και τα πειράγματα στα σχολιαρούδια, που τον έπαιζε κάτω απ'το γραφείο. Τον Θώδορα απ'τα Καμίνια που κάνατε τη καλή τη λαδιά κι όλο το Γύθειο σας κυνήγαγε. Τα παιδιά στο κέντρο, στην πλατεία και στο τρένο, κάθε μέρα εκεί,των τσιμέντων φρουροί πιστοί. Τις βόλτες και τους τσαμπουκάδες στις ρίζες της Ακρόπολης. Κι άλλα χίλια πράγματα μαζί σου είχες,που να τα πω δεν προλαβαίνω. Μα εκεί στο τέλος, εκεί που στοίβαζαν οι αποψινές οι μνήμες σου, της βραδιάς που τελείωνες στο δρόμο για το σπίτι σου, κάτι εντύπωση μου έκανε μεγάλη. Μια μελαχρινή,δυο σκάρτα ποτά, κάτι κουβέντες άσκημες και ένα γεια από ένα φίλο. Άκρη δε βγάζω. Σίγα-σίγα χανόσουν στο στενό. Μια κακή στιγμή σε ένα φαγάδικο, και ένα σκαμπό που κούτσαινε. Ακόμη δεν καταλαβαίνω. Αμάξια με σπασμένα παρμπρίζ, και κατραπακιές από φράχτες ψηλούς. Δε σε έβλεπα πια, μυρωδιά από σβησμένο τζάκι, καληνύχτα!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου