Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

νο13

 Φεβρουάριος '09
Όλη την υπόλοιπη ώρα άχνα δεν είχε βγάλει.Καθόταν σκυφτός και σχεδόν ζαλισμένος απ'τη λιακάδα που ανακλώντας πάνω στο χιόνι και μέσα απ'τη παραμορφωτική τζαμαρία,στο πρόσωπό του έπεφτε.Με μια κούπα ελληνικό καφέ από τις εφτά το πρωί,έδινε και έπαιρνε τι χάντρες του κομπολογιού του,μια προς το μέρος του μια προς την λοιπή σάλα του καφενείου,που μόνο άδεια δεν ήταν.Και να τότε ακούστηκε,πρωτη φορά όλο πρωί,όλο γρίθια η φωνή του:
 
-"Βασιλ' !Βαλ'ένα τσιπράκ'κι παλ'κάριμ".

-"πο'τώρα Διαμαντή,νωρίς ακόμα!"

-"Βάλε ένα 'συ και ξέρου 'γω,το θελ'μέρα σήμερα..."

Πραγματικά το κρύο τσουχτερό και σε συνδυασμό με την απουσία ηλεκτρικού από την προηγούμενη νύχτα,όπου και όλοι για ύπνο νωρίς πήγαμε μην έχοντας κάτι να άλλο κάνουμε,είχαν δώσει μια ατμόσφαιρα παράξενης διαύγειας στο καφενείο που κι αυτό ακόμα-γεμάτο καπνούς,γέλια,βρισίδια και κόσμο- σε προδιέθετε για ένα ποτηράκι.

Τέλειωσε το πρώτο ποτήρι με δυο γουλιές που,αμυδρά,γίνανε αντιληπτές μες στο σούσουρο του κιτρινοπράσινου χώρου.Ε,αυτό ήταν.Λες και έδινε το σύνθημα.Όλοι σχεδόν οι άλλοι συγκαφενείζοντες άρχισαν να αλλάζουν τον καφέ με τα μικρά χιλιοπλημένα ποτηράκια με το αρωματικό πότο όταν άκουσαν το Διαμαντή να δίνει την παραγγελιά για το δεύτερο.Λόγω της δεκαετούς παραμονής μου στην Αθηνά,για βιοποριστικούς λόγους,είχα καιρό να βρεθώ εκεί στην δεύτερη παραγγελιά του Διαμαντή,που μετά το σημερινό κατάλαβα πως σαν θεσμός δεν έχει πάψει.Είναι κάτι σα μέτρο γι'αυτούς,για το πότε θα αρχίσει η ώρα της γλυκιάς ζάλης και είσοδος στο επόμενο κομμάτι της μέρας.

Αυτό με έκανε να αρχίσω να αφήνω τα γύρω μου διαδραματιζόμενα και να ξεχαστώ ώσπου ένα χτύπημα από μια μεγάλη παλάμη στην πλάτη με επανέφερε στην πραγματικότητα.

-"Αγοράνα'μ' τι καν'ς?"

-"Καλά,μια χαρά μπαρμπα-Διαμαντή" πρόλαβα να του αποκριθώ και έκατσε δίπλα μου,στον ποτισμένο αλκοόλ και συλλογισμούς πάγκο.

-"Τα βλεπ'ς,και παλιά που δεν είχανε φως κοσμάκ'ς ετσ'κάθονταν στου τζακ' και τι να 'κάνε γαμάει κυρς'ντ'κυρα'τ και καθι'μέρα αυτό του βιουλί,γέμιζε τόπους παιδάκια.Κι μπρουστά στου τζακ'κι σ'σκώνεται πιο εύκολα απ'τ'ζεστ'." είπε φωναχτά κι όσοι ακούσαμε γελάσαμε με αυτή την αυθόρμητη και όχι πολύ μακρυά από την αλήθεια διαπίστωση.

Η ώρα περνούσε με ευχάριστο τρόπο,σε μια μέρα χωρίς ρεύμα,tv και γενικά σάλια από τον τόσο πολιτισμένο κόσμο,τον όχι τόσο μακρυά από δω και ένιωθα "γεμάτος".Τότε χτύπησε το τηλέφωνο μου.Ήταν ο αδερφός μου απ'τη Λάρισα.Του εξήγησα την ατμόσφαιρα και το τι συνέβαινε...

-"Ήθελα να'ξερα δεν είσαι χαρούμενος"μου 'πε.

-"Αυτή τη στιγμή είμαι,για πιο μετά μη με ρωτάς..."

Τρίτη, 24 Δεκεμβρίου 2013

νο12

Στραβοστημένος,αλλήθωρος
με λαδωμένα μαλλιά,
σκισμένα παπούτσια,
μα καλή διάθεση,
     -κόβεται-
      στα δυο
απ'το λευκέρυθρο τραίνο,
όλο αίμα και γράσο,
γυαλάδα από τη σκέψη μου καμωμένη,
στην προσπάθεια του να φτάσει απέναντι...











στην προσπάθεια του να φτάσει απέναντι...

Σάββατο, 21 Δεκεμβρίου 2013

νο11

Κάσπακας Λήμνου 2000μ.χ.
 Κλεισμένος μέσα σε ένα κύκλο από σύρματα που καίνε,όλες οι σκέψεις μοιάζουν γελοίες και τα λόγια πολιτικά παραμύθια.Η ιδέα της ελευθερίας μόνο οργή μας φέρνει.Μιλώ στο φίλο μου.Οι λέξεις βγαίνουν με κόπο και επίσης κουράζομαι να τις συντάξω με νόημα.Μου φαίνεται πως αυτή είναι η κόλαση.Μια φυλακή των στιγμών που μένουν για πάντα στην ψυχή μας και συνήθως είναι πολύ άσχημες.
 Μικροί lizard kings,φλαμπουροκουβαλήστρες της σημαίας του πάθους,τι δουλειά έχουμε εδώ;
 Αρρωσταίνω...

Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

νο10

 Ο γ. ο κουρέας μου στη λάρισα λέει πως ξέρεις πως έχεις αλλάξει στη ζωή σου όταν στην προσπάθεια να αποφύγεις να πατήσεις ένα μυρμήγκι,πέφτεις και σπας το χέρι σου,αλλά στ'αρχίδια σου.
 Ο δ. βοσκός και φίλος μου όταν μεθά,πέφτει κάτω και μουντζώνει με τα τέσσερα τον ουρανό.Κομουνιστής και άθεος(φανατικός αντιχριστιανός) είναι από τους τύπους που δεν περιμένεις να βρεις σε κάποια ράχη να ταΐζει τα πράματά του.Ο δ. λέει πως θα αλλάξουν όλα κάποια μέρα σίγουρα.Μπορεί να του το ψιθυρίζει 'κεινό το ρυάκι.Ξέρει να αφουγκράζεται καλά αυτός...
 Ο γ. εργάτης και φίλος,μου είπε για κάποιον που θαύμαζα πολύ "ρε μαλάκα σαν εμάς είναι!",όταν τον γνώρισε ο ίδιος από κοντά.Ο γ. θέλει πολύ να τα αλλάξουμε όλα μια μέρα κι αυτός,όλοι μαζί,όσο περισσότεροι γίνεται.Με τα γραπτά του οργανώνει το σχέδιο και το μοιράζεται κομμάτι-κομμάτι με τον υπόλοιπο κόσμο.
 Η α. ρυθμιστής της μοναξιάς μου,κάποτε ήθελε να τα αλλάξει κι αυτή όλα και ψάχναμε το πως,με κολλημένα τα χείλη ο ένας στον άλλο...Θέλω να πιστεύω πως δεν τα παράτησε.Φοβάμαι,είναι η αλήθεια,πια να ρωτήσω.Αγναντεύει τώρα από μακρυά την ψυττάλεια...
 Και γω κάθομαι και δακρύζω καπνίζοντας,μόνος στο δωμάτιο,χωρίς να λέω τίποτα...Άραγε πόσο σε αλλάζει η μοναξιά;(πόσο σε τρομάζει η μοναξιά;)
 

Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2013

νο9


 Ο κατατρεγμένος και άστεγος ,που στα χιλιοκατουρημένα γιαπιά κοιμάται,ειν' η ποίηση.Οι ξαφνικοί και αλλόκοτοι θόρυβοι που μες τη νύχτα τον ξυπνούν,σα παιδί άμαθο,είναι λόγια όμορφα που τα πιο ωραία τραγούδια θα'φτιαχναν.Τα πιο γλυκά του όνειρα,που τον ύπνο του στολίζουν,είναι η σιγουριά που αφήνει το πεπρωμένο του για το ότι όταν θα ξυπνήσει όλα πάλι σκατά θα είναι-ένα είδος ποινής,όχι μπατσικής-δικαστικής,άτυπης ποινής της φύσης- αλλά συνάμα είναι οι πιο μεγάλες παύσεις,τζούρες από σκέτο οξυγόνο,που παίρνει ο απαγγέλων για να τονίσει τα δυνατά σημεία στο ποίημα.Εκεί που ξυπνά και σα νεκρός για δυο δεύτερα στέκεται καθιστός,μα ξαφνικά με τα σημαδεμένα μπράτσα του σαν να σπρώχνει τη γη όλη,κάτω ακουμπά και σηκώνεται.Για αλλη μια φορά,για αλλη μια μέρα,για άλλο ένα ψεύτικο σήμερα.
  Αυτοί που στον δρόμο,το σπίτι του δηλαδή,τον κοιτούν και λοιδορούν και χλευάζουν,είναι αυτοί που δεν θα καταλάβουν την ποίηση(δεν θα καταλάβουν ποτέ τίποτα δηλαδή).Αυτοί που βλέπουν μόνο λέξεις τυπωμένες ή γραμμένες σε μια σελίδα χαρτί ή μια συσκευασία από τόνο ή μια χαρτοπετσέτα και ποτέ δεν τους περνά από το μυαλό το τι οδηγεί τον άνθρωπο να αποτυπώσει τη σκέψη του,πολλές φορές όσο εγώ εδώ αισχρά,άλλες τρυφερά και άλλες με τόσο,ω ήλιε μου,μα τόσο πάθος!Αυτοί λοιπόν είναι ο καλύτερος λόγος ύπαρξης για την ποίηση διότι αν όλοι εκτιμούσαν αυτά που γράφονται και τα σέβονταν και τα αγαπούσαν,θα ήμασταν χαμένοι αιώνια μες το όνειρο του αστέγου...
 Μα το πιο δύσκολο απ'όλα και νομίζω το πιο σημαντικό είναι αυτοί που αγαπούν και νοιάζονται τον άστεγο.Αυτοί που κάθε λεπτό που περνά τον σκέφτονται και στο μυαλό τους τον έχουν,χωρίς όμως να μπορούν να κάνουν κάτι για να αλλάξουν ριζικά την κατάστασή του.Είναι στο μυαλό μου όλη αυτή η κατάσταση σαν μια χημική αντίδραση στην εξέλιξή της.Χωρίς να θέλω να φανώ καμπόσος ή να πω πως απάντησα στον Σοπενχάουερ και τον Νίτσε ,αυτή η "αντίδραση",καμωμένη από ανθρώπινους χαρακτήρες και συναισθήματα,λόγια που ειπώθηκαν,στάσεις που κρατήθηκαν,υποσχέσεις που δόθηκαν και πάρθηκαν ξανά,ανθρώπους που τους αφορούν άμεσα ή έμμεσα οι καταστάσεις αυτές-τους κάνουν χαρούμενους ή λυπημένους,γεμάτους ή κενούς-κι ανθρώπους που θέλουν να μιλήσουν για τις καταστάσεις αυτές, ή να δώσουν σε άλλους ανθρώπους να καταλάβουν πως βιώνουν οι ίδιοι τις καταστάσεις αυτές είναι η αρχή της γέννησης του δράματος.
 Είναι ο άστεγος θύτης ή θύμα μιας κατάστασης που γεννά ποίηση;Από τα χιλιοκατουρημένα γιαπιά και τα παγκάκια,στα στέκια που πουλιέται κι αγοράζεται ο έρωτας,από τις μουντές μονοκατοικίες στα προάστια που πατεράδες βιάζουν και ασελγούν πάνω στα παιδιά τους,έως τα απόκρημνα βράχια που οι εραστές σφραγίζουν την αγάπη τους με ένα σάλτο και το ίδιο τους το αίμα,ψάξε για τα στοιχεία που γεννούν την ποίηση...
 Και το σπίτι μου γαμώ μην ξεχνάς τον άστεγο και ΓΡΑΨΕ!

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2013

νο8


Ο τρόμος που νοιώθει ο τουρίστας που ξέρει κάποια ελληνικά και ενώ γυρνά στα σοκάκια κάποιου ελληνικού νησιού,ακούει ένα έφηβο κορίτσι να φωνάζει "μαμά,μαμά,ξεμάτιασέ με!" τρέχοντας προς το μέρος της...

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

νο7


Σε είδα προχθές, νύχτα σα θάλασσα η ώρα, από το τζάμι στο δωμάτιο. Νυσταγμένος όπως ήμουν φουριόζο σε κατάλαβα. Από το ένα πόδι έσερνες χαμόκλαδα και από το άλλο μπαμπάκι και χόρτα απ'το ποτάμι μου'μοιαζαν. Στα χέρια βαστούσες τα ψιλά που σου περίσσεψαν, στις πλάτες τόνομά σου. Μα στο μυαλό τα περσσότερα κουβάλαγες και αυτά αλήθεια σε βάραιναν. Είχες του Άγγελου τις θύμησες, την κοροϊδία του Θέμη απ'τη σχολή, που ευτυχώς έλεγες,δεν έπιασε. Την Άννα και τη Νίκη απ'τη Σύρο που μια φορά στο καράβι χειμώνα βρεθήκατε και σαν μια ζωή τις ήξερες. Τον γέρο με το μαγαζάκι , κάτω από το σπίτι της Φυλής, με τα βαμμένα μαλλιά και τα πειράγματα στα σχολιαρούδια, που τον έπαιζε κάτω απ'το γραφείο. Τον Θώδορα απ'τα Καμίνια που κάνατε τη καλή τη λαδιά κι όλο το Γύθειο σας κυνήγαγε. Τα παιδιά στο κέντρο, στην πλατεία και στο τρένο, κάθε μέρα εκεί,των τσιμέντων φρουροί πιστοί. Τις βόλτες και τους τσαμπουκάδες στις ρίζες της Ακρόπολης. Κι άλλα χίλια πράγματα μαζί σου είχες,που να τα πω δεν προλαβαίνω. Μα εκεί στο τέλος, εκεί που στοίβαζαν οι αποψινές οι μνήμες σου, της βραδιάς που τελείωνες στο δρόμο για το σπίτι σου, κάτι εντύπωση μου έκανε μεγάλη. Μια μελαχρινή,δυο σκάρτα ποτά, κάτι κουβέντες άσκημες και ένα γεια από ένα φίλο. Άκρη δε βγάζω. Σίγα-σίγα χανόσουν στο στενό. Μια κακή στιγμή σε ένα φαγάδικο, και ένα σκαμπό που κούτσαινε. Ακόμη δεν καταλαβαίνω. Αμάξια με σπασμένα παρμπρίζ, και κατραπακιές από φράχτες ψηλούς. Δε σε έβλεπα πια, μυρωδιά από σβησμένο τζάκι, καληνύχτα!

Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2013

νο6


Ισορροπήσαμε στην καγκελένια σου περίφραξη,μεθύσαμε στα πεζοδρόμιά σου.Στην συμβολή σου με την αλεξάνδρας μια φορά,ερωτεύτηκα μια περαστική(αχ τι έρωτας).Μπάτσοι μας κυνήγησαν και μας χτυπήσαν πετώντας μας στην σα γυαλί απ'τη χρήση άσφαλτο σου.Από την πλ.Αμερικής ως το κέντρο με τα πόδια για να σε χαζεύω,σχεδόν κάθε μέρα πήγαινα.Το 98 με τις συλλήψεις στις δεκαεφτά του ενδεκάτου μηνός περίμενα να σχιστείς και όλες τις κλούβες να ρουφήξεις μέσα σου.Δεν το έκανες,κάτι ήξερες εσύ "ω οδό σπουδαία".Μας έμαθε πολλά και η μέρα 'κείνη.Θέλω να σου πω ακόμα πως σε κάποια σκαλιά μιας πολυκατοικίας σου(αυτή που φιλοξενεί το συνδικαλιστικό των μαγείρων) κοιμήθηκα δυο βράδια,τότε που "έβγαζα δρόμο" και σε ευχαριστώ πολύ για την φιλοξενία σου αυτή.Στη συμβολή σου με την σατοβριάνδου πρώτη φορά μπάτσος μου έβγαλε όπλο(και όλη τη βλαχιά του).Όταν πρωτοδιάβασα την κατερίνα να λέει πως είσαι μάνα μας ένοιωσα σα να ήξερα τον στίχο από πάντα.Ζούμε για τα ζεϊμπέκικα του αυγούστου στο άδειο σου οδόστρωμα και υποσχόμαστε με τα πιο ψηλά οδοφράγματα να σε στολίσουμε,στις μάχες τις μελλοντικές.Ω πατησίων,δρόμε άγιε,σχολείο μεγάλο!

Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2013

νο5


Καλοκαίρι στον Ν.Καύκασο στη Φλώρινα,ήλιος και ένα αεράκι σα χάδι.Μέτα από κάνα μισάωρο βάδισμα είχα πλησιάσει τα σύνορα με τη μακεδονία(fyrom,πες το όπως θες,δε με νοιάζει).Από μακριά διέκρινα τις σιδεριές των συνόρων,στολισμένες με σιχαμερές σημαίες.Έβγαλα ένα τσιγάρο και τ'άναψα.Έμεινα εκεί ώσπου να καεί όλο,χαζεύοντας το αποκρουστικό θέαμα.Απ'εδώ ελλάδα,απ'εκεί μακεδονία.Σίδερα,μπάτσοι και σημαίες τα χωρίζουν.Σβήνοντας το τσιγάρο και παίρνοντας την απότομη κατηφόρα που θα με γύριζε στο χωριό σκέφτηκα κάτι.Αν μπορούσαμε να βάλουμε όλα τα συρματοπλέγματα και τις σιδεριές από τα εθνικά(sic) σύνορα,πάνω σε μια σημαία η οποία τα ορίζει,αυτή θα εξαϋλωνόταν,θα χάνοταν και ο γύρω χώρος θα βαφόταν κόκκινος από το αίμα που έχει χυθεί σε αυτά,για αυτά.Φτάνοντας στο χωριό πήγα για μια μπύρα στο μοναδικό καφενείο.Δυο μπαρμπάδες,οι μόνοι πελάτες πέρα από μένα,μιλούσαν για το πως θα σώσει το ναζιστικό κόμμα την χώρα.Καμιά σωτηρία για τους από χρόνια νεκρούς και η άμστελ μου ήταν ζεστή καφετζή...

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013

νο4


ο φόβος μου ας γίνει αγάπη και ο τρόμος μου δάκρυ, στα μάτια αυτών με βλέπω σακάτη. να κλάψω μπορώ, μα κλέβω ότι βρω. να φύγω δεν ξέρω μπορώ να υποφέρω, στα μάτια αυτών δεν είμαι ότι θέλω. φευγάτη ματιά στον ίσκιο του κόσμου, κρυμμένος βαθιά πονώ μοναχός μου, στα μάτια αυτών ρωτώντας το "πως" μου. μα πάλι μαζί ακραία στιγμή, μπορώ σ'αγκαλιάζω τον ίσκιο μου σκιάζω, στα μάτια αυτόν με 'κείνους δε μοιάζω.

Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2013

νο3


Μισώ τα τριαντάφυλλα. Τις τριανταφυλλιές πάλι όχι. Αν βρίσκεσαι σε μέρος,κάπου στο Κερατσίνι υπάρχει ένα σίγουρα,που ανθούν πολλές μαζί και μπλέκονται μεταξύ τους,μπορείς με ένα σάλτο να βρεθείς πάνω τους. Έπειτα να αρχίσεις να προσποιείσαι πως κολυμπάς,ανάμεσα στα αγκάθια τους και τα κλαδεμένα τους κλώνια,αψηφώντας τον τυχόν πόνο. Δέκα λεπτά περίπου είναι αρκετά. Μετά σέρνεσαι έξω,τσεκάρεις την ώρα. Ωραία,πρέπει να κοιμάται έως τώρα.Ξεκινάς για το σπίτι.Φτάνοντας την βρίσκεις πράγματι να κοιμάται. Τραβώντας τα σκεπάσματα κουρνιάζεις δίπλα της,αγκαλιάζοντας την με το χιλιοπληγωμένο από τ'αγκάθια χέρι σου. Δούλευε όλη μέρα.Ίσα που ψέλλισε "μωρό μου" και αποκοιμήθηκε πάλι. Μετά περιμένεις ή αν μπορείς κοιμάσαι και συ.Ώσπου να έρθει το πρωί και ξυπνώντας να σε αντικρίσει γεμάτο αίματα,αφήνοντας ένα ουρλιαχτό "Γιάννη τι έπαθες;". Ήθελα να σου φέρω τριαντάφυλλα αλλά ξέρεις...Έτσι είπα να έρθω εγώ,γεμάτος εκδρορές και βαμμένος κόκκινος απ'το αίμα μου,μήπως και καταλάβεις τι σημαίνεις για μένα. Να σου πω σ'αγαπώ,μη φοβάσαι έμπρακτα.
Ναι,ναι,οι τριανταφυλλιές μου το'καναν αυτό. Συγνώμη που μισώ σας τριαντάφυλλα...

Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

νο2


Αποσπασματική ζωή.Ζωή κομματιασμένη.Υγρή απαλλοτρίωση σε ευκαιριακούς παραδείσους. Υποκρισία,απόλυτη αλήθεια,έννοιες συγχωνευμένες. Τα φτερά του αετού μου έχουν σπάσει αλλά ξέρω κάποιον που θα τον λυτρώσει. Πιο πέρα βλέπω τι σκιά μου με στολή ινδιάνου ντυμένη.Ξιφομαχούσε με έναν γέρο χαρμάνι χίπη που τα μισά του μαλλιά είχαν πέσει. Μια βουτιά με κάνει να συνέλθω.Η σιωπή είναι άνοστη και η ομιλία παράνοια.Σαν να πρέπει να διαλέξω αυτή τι στιγμή. Αν ήμουν άυλος σίγουρα θα έκλεβα μια τράπεζα.Τώρα που δεν είμαι κλέβω τον εαυτό μου. Σε ένα ψυχιατρείο το να ξέρεις τι θες μα να μη ξέρεις πως να το πάρεις,είναι κάτι. Τo να μη ξέρεις τίποτα από τα δυο είναι τα πάντα.