"Αράδες καμωμένες την ώρα της σιέστας με το μυαλό στους Τζέρεμυ Ίνγκλαντ και Τζιμ Μόρισον"
##είμαστε τέρατα ενέργειας
##με την έξη για καλύτερη διάχυση της θερμότητας
##γενετήσιο κουσούρι και κληροδότημα απ'την ίδια την ύλη που μας αποτελεί
##σώματα σε αέναο μετασχηματισμό
##άτακτοι ως μονάδες
##άτακτοι σα σύνολα
##προσπαθούμε να ανακατανείμουμε τα εσώτερα συστατικά μας
##χωρίς να αλλοιώνουμε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
##που κάνουν τον Τόμας,την Σάρα,τον Σαϊντ,την Σου,τον Μπλαντιμίρ,τον ¨Άριαν
## -τον καθένα κι όλους- μοναδικούς
##στο δρόμο μπροστά από το ξενοδοχείο του Τζέϊμς
##σκυλιά ανάφαγα παίρνουν στο κατόπι ηθοποιούς
##που ταυτίστηκαν για πάντα με τους ρόλους που πρωτοερμήνευσαν
##προαναγγέλλοντας άτυπα τη λήξη του καλοκαιριού
##καθώς σε δοκιμαστικούς σωλήνες
##γεμάτοι ανοιχτές πληγές μεθαμφεταμινομανείς επιστήμονες
##τσουλάνε κρυστάλλους από δάκρυα
##ανθρώπων και δέντρων
##προσπαθώντας να μείνουν ξύπνιοι και εργαστηριακά να πετύχουν
##εντροπικό ζενίθ
##θάνατο
## -το τέλος-
##εξελικτικό τέλμα
##και με αυτά για όπλα,να εξορίσουν για πάντα
##τους φλεβοτομιστές της χαράς μας
##στο συμπαντικό ορυχείο
##να μείνουμε να γελάμε σαν εύπλαστα,τρελαμένα παιδιά
##με τη μουσική και τις φωνές παντού γύρω μας
##άγγελοι και ναύτες,φτιαγμένοι λεύτεροι και τολμηροί
##να ζήσουμε σε γη,ουρανό και θάλασσα
##πάνω,μέσα και γύρω απ'τους τρεις ζωοδόχους όγκους ύλης
##που έχουμε την τύχη να μπορούμε να αγγίξουμε
##τραγουδώντας το εκτυφλωτικό,"τυφλό" λευκό φως του τέταρτου
##κάθε αυγή και δύση
##εκεί έξω
##αφιονισμένοι-άμωμοι
##(σιωπή)
##επιλέξαμε το αρχαίο μουρμουρητό για κοινή μας γλώσσα
##διαλέξαμε τη μέρα και την θεότητα της
##τετραγωνίζοντας τον ζωδιακό κύκλο
##χτίσαμε τη θρησκεία που εχθρεύεται την πίστη
##μπορούμε να συνεχίσουμε με σχέδια για κάποιο φόνο...
Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014
Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014
νο42
κάτι πρωινά που στο πατρικό μου τα καλοκαίρια,σαν καλοκουρδισμένο ρολόι,ο θόρυβος από εκατοντάδες φτερά που έρχονται σε επαφή με τα φύλλα της λεμονιάς όπως μικρά πουλιά ξεπετούν ουρλιάζοντας,με ξυπνά κάθε μέρα στις τέσσερις
κάτι πρωινά που προσπαθώ να κρύψω την άσχημη ανάσα μου με ένα αμήχανο χαμόγελό μου και συ αφοπλιστικά με φιλάς στο στόμα.
κάτι πρωινά που με το κεφάλι γεμάτο ακόμα από το προηγούμενο βράδυ και σκαλωμένος στο ότι ανοίγοντας το παντζούρι θα συνεχίζεται η βροχή και ο κωλόκαιρος,διαψεύδομαι πανηγυρικά καθώς την επόμενη στιγμή ο ήλιος μου χαρίζει ένα θερμό λουτρό ενέργειας και μια εμμονή με το "να παίζει το τρανζίστορ" που θα με ακολουθεί όλη μέρα σε λούπα,από το χημικό σάμπλερ της σκέψης μου.
κάτι πρωινά που νομίζοντας πως θα λιποθυμήσω από την πείνα αγοράζω τυρόπιτα αλλά μόλις βλέπω τον τύπο που ξυπνά στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας πιο κάτω καταλαβαίνω πως δεν πεινάω και τόσο και τη μοιράζομαι μαζί του.
κάτι πρωινά που τσεκάροντας στα γρήγορα το μέηλ(και καθώς προσπαθώ να συντηρήσω και να καταπραΰνω τις έξης μου,με την πρώτη γουλιά βιαστικά ετοιμασμένου καφέ σε συνδυασμό με την πρώτη τζούρα καπνού) πέφτω σε ένα κάποιου συντρόφου που γνώρισα πρόσφατα και ξεφυσώντας διαβάζω πράγματα όπως "χαίρομαι όταν γνωρίζω ανθρώπους στο δρόμο,εκεί που οι πρακτικές της εξουσίας "εξαργυρωμένες" παίρνουν υπόσταση -φτώχεια,ρατσισμός,καταστολή,κοινωνικός κανιβαλισμός,ραγιαδισμός- παράδοξα γεννιούνται οι πιο υγιείς και ειλικρινείς σχέσεις.αυτές οι σχέσεις που κάνουν τον άνθρωπο πιο άνθρωπο και τους ανθρώπους φίλους και συντρόφους.".
κάτι πρωινά που με βρίσκουν άυπνο να ακούω όλο το "dawn" για άλλη μια φορά στη ζωή μου κι ανατρέχω σε εκείνο το πρωί του μάη,με το ζεστό κόκκινο κρασί να χάνεται μέσα στο κόκκινο του ουρανού σαν σηκώσαμε τα ποτήρια να πιούμε στους όρκους μας,σπαρμένοι ανάμεσα στον χρόνο σαν ατμόπλοια σε αχανή μακρινό ωκεανό,φοβισμένοι από τον χρόνο-επιζώντες κανόνων που έχουν επιβληθεί από άγνωστες δυνάμεις- και παρόλα αυτά όλοι ήμασταν εκεί.
κάτι πρωινά που η διακοπή του βιολογικού μου ύπνου δε σημαίνει αυτόματα την πλήρη διακοπή της επικοινωνίας με το υποσυνείδητο και το "δοχείο" της πραγματικότητας μένει άμορφο και γίνεται εύπλαστο.
κάτι τέτοια πρωινά,γουστάρω τόσο που υπάρχω ακόμα...
κάτι πρωινά που προσπαθώ να κρύψω την άσχημη ανάσα μου με ένα αμήχανο χαμόγελό μου και συ αφοπλιστικά με φιλάς στο στόμα.
κάτι πρωινά που με το κεφάλι γεμάτο ακόμα από το προηγούμενο βράδυ και σκαλωμένος στο ότι ανοίγοντας το παντζούρι θα συνεχίζεται η βροχή και ο κωλόκαιρος,διαψεύδομαι πανηγυρικά καθώς την επόμενη στιγμή ο ήλιος μου χαρίζει ένα θερμό λουτρό ενέργειας και μια εμμονή με το "να παίζει το τρανζίστορ" που θα με ακολουθεί όλη μέρα σε λούπα,από το χημικό σάμπλερ της σκέψης μου.
κάτι πρωινά που νομίζοντας πως θα λιποθυμήσω από την πείνα αγοράζω τυρόπιτα αλλά μόλις βλέπω τον τύπο που ξυπνά στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας πιο κάτω καταλαβαίνω πως δεν πεινάω και τόσο και τη μοιράζομαι μαζί του.
κάτι πρωινά που τσεκάροντας στα γρήγορα το μέηλ(και καθώς προσπαθώ να συντηρήσω και να καταπραΰνω τις έξης μου,με την πρώτη γουλιά βιαστικά ετοιμασμένου καφέ σε συνδυασμό με την πρώτη τζούρα καπνού) πέφτω σε ένα κάποιου συντρόφου που γνώρισα πρόσφατα και ξεφυσώντας διαβάζω πράγματα όπως "χαίρομαι όταν γνωρίζω ανθρώπους στο δρόμο,εκεί που οι πρακτικές της εξουσίας "εξαργυρωμένες" παίρνουν υπόσταση -φτώχεια,ρατσισμός,καταστολή,κοινωνικός κανιβαλισμός,ραγιαδισμός- παράδοξα γεννιούνται οι πιο υγιείς και ειλικρινείς σχέσεις.αυτές οι σχέσεις που κάνουν τον άνθρωπο πιο άνθρωπο και τους ανθρώπους φίλους και συντρόφους.".
κάτι πρωινά που με βρίσκουν άυπνο να ακούω όλο το "dawn" για άλλη μια φορά στη ζωή μου κι ανατρέχω σε εκείνο το πρωί του μάη,με το ζεστό κόκκινο κρασί να χάνεται μέσα στο κόκκινο του ουρανού σαν σηκώσαμε τα ποτήρια να πιούμε στους όρκους μας,σπαρμένοι ανάμεσα στον χρόνο σαν ατμόπλοια σε αχανή μακρινό ωκεανό,φοβισμένοι από τον χρόνο-επιζώντες κανόνων που έχουν επιβληθεί από άγνωστες δυνάμεις- και παρόλα αυτά όλοι ήμασταν εκεί.
κάτι πρωινά που η διακοπή του βιολογικού μου ύπνου δε σημαίνει αυτόματα την πλήρη διακοπή της επικοινωνίας με το υποσυνείδητο και το "δοχείο" της πραγματικότητας μένει άμορφο και γίνεται εύπλαστο.
κάτι τέτοια πρωινά,γουστάρω τόσο που υπάρχω ακόμα...
Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2014
νο41
καθισμένος στην ερμού,σε μια από τις ξύλινές της γλάστρες
θρόνος
ανθοδέσμιος των τριών τελευταίων λουλουδιών του φιλόξενου φυτού
είναι
ζευγάρια γελούν καθώς το σταυροπόδι του φανερώνει την τεράστια τρύπα στον πάτο του παπουτσιού του,δεν τον νοιάζει πια.τα γέλια συνεχίζουν,οι βόλτες
οι αγκαλιές
αναλύει τους περαστικούς κάτω απ΄τα πολύχρωμα φώτα των μαγαζιών με τους ντυμένους σα κλόουν υπαλλήλους για τις ανάγκες κάποιου χριστιανεμπορικού πανηγυριού και κάτω από τα προσωπεία της τηλεοπτικά μεταδιδόμενης κανονικότητας,ψάχνοντας μανιωδός για το που καβατζώνουν την τόση θλίψη και μοναξιά
που κρύβουν
απέναντι δυο σκυλιά πότε κυνηγιούνται,πότε μυρίζουν τα απαυτά τους και πότε απλά ξαποσταίνουν πλάι-πλάι,μόνο με τις ανάσες τους που σμίγουν και τα χιλιοφορεμένα γούνινα πανωφόρια τους αντίδοτα στην παγωνιά του δεκέμβρη.κάπως έτσι πρέπει να'ναι,σκέφτηκε,η
πραγματική αγάπη
*αγαπάμε κυρίως αυτούς που μας στέκονται ακόμη και όταν ξέρουν πως δεν πρόκειται να κερδίσουν τίποτε από μας,είτε δεν ξαναδύσουμε,είτε δεν ξανανατείλουμε ποτέ ξανά.ευχαριστώ πολύ παλιό καβούρι...
θρόνος
ανθοδέσμιος των τριών τελευταίων λουλουδιών του φιλόξενου φυτού
είναι
ζευγάρια γελούν καθώς το σταυροπόδι του φανερώνει την τεράστια τρύπα στον πάτο του παπουτσιού του,δεν τον νοιάζει πια.τα γέλια συνεχίζουν,οι βόλτες
οι αγκαλιές
αναλύει τους περαστικούς κάτω απ΄τα πολύχρωμα φώτα των μαγαζιών με τους ντυμένους σα κλόουν υπαλλήλους για τις ανάγκες κάποιου χριστιανεμπορικού πανηγυριού και κάτω από τα προσωπεία της τηλεοπτικά μεταδιδόμενης κανονικότητας,ψάχνοντας μανιωδός για το που καβατζώνουν την τόση θλίψη και μοναξιά
που κρύβουν
απέναντι δυο σκυλιά πότε κυνηγιούνται,πότε μυρίζουν τα απαυτά τους και πότε απλά ξαποσταίνουν πλάι-πλάι,μόνο με τις ανάσες τους που σμίγουν και τα χιλιοφορεμένα γούνινα πανωφόρια τους αντίδοτα στην παγωνιά του δεκέμβρη.κάπως έτσι πρέπει να'ναι,σκέφτηκε,η
πραγματική αγάπη
*αγαπάμε κυρίως αυτούς που μας στέκονται ακόμη και όταν ξέρουν πως δεν πρόκειται να κερδίσουν τίποτε από μας,είτε δεν ξαναδύσουμε,είτε δεν ξανανατείλουμε ποτέ ξανά.ευχαριστώ πολύ παλιό καβούρι...
Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014
νο40
κάθομαι κάτω από τον ίσκιο ενός τραγουδιού.ούτε εκεί δεν μπορώ να καλυφθώ πλήρως απ΄την πραγματικότητα.αχτίδες μνήμης και συνείδησης νιώθω να αγγίζουν απαλά το τριχωτό των σκέψεών μου.σκέψεις...τρίχες,που θα έλεγες και συ.ίσως για αυτό το κουρείο του μ. στο κοντόπευκο να μου αρέσει τόσο σα χώρος.το ψαλίδι μολύβι,σουβενίρ της λ. από το μουσείο του βαν γκογκ στο άμστερνταμ,οι τρίχες λέξεις,το κεφάλι χαρτί και ο μπαρμπέρης ποιητής,που ακολουθεί μια διαδικασία για να ολοκληρώσει το "γραπτό" του αντίστροφη από αυτή της κοινής συγγραφής.διαλέγει ποιες λέξεις-τρίχες,που είναι ήδη γραμμένες στο κεφάλι-χαρτί θα φύγουν,κόβοντας ή τριμάρωντάς τες με το ψαλίδι-μολύβι του,μέχρι να δει,το πολλές φορές κατά παραγγελία,έργο του να ολοκληρώνεται.μια μοϊκάνα ένα τετράστιχο,μια κοντή χωρίστρα νουβέλα,ένα καρέ μυθιστόρημα ολόκληρο.ή η ιστορία του παππού που σκάει κάθε βδομάδα για να ξυρίσει το κεφάλι του μα το μούσι απείραχτο είκοσι χρόνια,από τη μέρα που έχασε το γιο του.από αυτές τις ιστορίες που μ'αρέσουν εμένα και μοιράστηκε μαζί μου ο μ.ταυτίζομαι με τους ανθρώπους που κουβαλούν φορτία θλίψης και απώλειας.μη ρωτάς γιατί,δε ξέρω να σου πω.τέτοια τερτίπια που λες με τις τρίχες και τις σκέψεις μου.και μη μου λες πως τα τραγούδια δεν κάνουν ίσκιο,αν δεν κάνουν ίσκιο τότε ούτε λιακάδα,ούτε ζεστασιά μπορούν να γεμίσουν το μυαλό μας.για μουσική μιλάμε,τη μισή ζωή μας σχεδόν.πάρε με αγκαλιά και κλείσε τα μάτια να φύγουμε χωρίς να κουνηθούμε ρούπι.θα ζήσουμε είπαμε...
Τρίτη 29 Ιουλίου 2014
νο39
κοιτώ τη θάλασσα.
μου κάνει νεύμα να πάω προς αυτή
ενώ ταυτόχρονα μου φωνάζει "άντε πνίξου".
μπροστά θάλασσα,
πίσω δυο μάτια η πιο όμορφη θάλασσα.
ξυπνώ στο δωμάτιό μου.
η θεία μου η χίπισσα ακούγεται
από την τιβί της διπλανής,
έξι παρά δέκα το πρωί
!μαριχουάνα σταρτ!
ποτέ δε μου άρεσε η βλαχοπούλου.
χιούμορ πανικού,
απόλυτη βεβαιότητα για την καλλιτεχνική της φύση.
πολύ καλλιτέχνης για μένα...
φόρεσα τον πυρετό
και μια ασχήμια που βρήκα πρόχειρη
στην ψυχολογία μου
κι έκανα να φύγω.
εν τέλει δεν είχα να φύγω από κάπου.
ήμουν ακόμη στη θάλασσα
και συ κει
μου κρατούσες το χέρι.
ευχαριστώ που μου κρατάς το χέρι.
ευχαριστώ όποιον έστω για λίγο
μου βάστηξε το χέρι.
και είναι όλοι αυτοί που χρεώνονται
το ότι η ύπαρξή μου συνεχίζει ως τώρα...
βρίσκω την πιο βαθειά σιωπή μέσα μου.
την "εκπνέω" ως το στόμα.
σε κοιτώ στα μάτια,
κρατώντας τη με σφραγισμένα τα χείλη
και νοιώθοντάς την να μου γαργαλά
την στοματική κοιλότητα.
"και γω σ'αγαπώ" μου λες.
σε αγκάλιασα.
για πάντα.
Παρασκευή 11 Ιουλίου 2014
νο38
ανεπιθύμητος τριγυρνώ κι απόψε
κι ο πιο καλός μου φίλος μ'απαρνήθει
κάθε ταρατσάκι και μπουγάδα
κάθε μπουγάδα κι άλλο μαλακτικό
με brand name γνωστών πολυεθνικών
σαν άλλος arnold layne πλησιάζω τα πλυμένα
τραβάω τζούρες από ροζ μπλουζάκια με τον τσε ή τους ramones
και ξερνάω στη σειρά κιλότες,σλιπάκια,t-shirt,πουκάμισα,φούστες και παντελόνια
χτυπάω πλάτη με ολίγον τι από πίσω μέρος κεφαλιού
στους σοβατισμένους μόνο με χοντρά χέρια τοίχους
και ρεύομαι καπιταλισμό και γκαζολίν
πέφτω στα γόνατα και πέφτω απ'τα γόνατα
σοριασμένος συλλέγω δροσιά απ'τα μούσκλια των ταρατσών
που πηγάζει απ'τη λαχτάρα της μπύρας του διαλείμματος
των οικοδόμων που την πλάκα τους έριξαν
σηκώνομαι και συνεχίζω ανεπιθύμητος
ο πιο παλιός μου φίλος μ'απαρνήθει χτες
εκατοντάδες κολόνες της δεη με λάμπες νέου τύπου
μας ψεκάζουν άρρωστο φως και μας γαμούν τις βραδιές στα μπαλκόνια μας
σταματώ
αιμόπτυση
ανάβω τσιγάρο
τσεκάρω μπρος πίσω
βγάζω χάρτα 300mg χάος
την αδειάζω στην χιλιοκατουρημένη άσφαλτo
ανεβαίνω στην πιο ψηλή ταράτσα που βρίσκω μπρος μου
πηδώ
κοίτα μαμά με το κεφάλι
κοίτα μαμά χωρίς ναρκωτικά
κοίτα μαμά και πάλι ανεπιθύμητος
κι ο πιο καλός μου φίλος μ'απαρνήθει
κάθε ταρατσάκι και μπουγάδα
κάθε μπουγάδα κι άλλο μαλακτικό
με brand name γνωστών πολυεθνικών
σαν άλλος arnold layne πλησιάζω τα πλυμένα
τραβάω τζούρες από ροζ μπλουζάκια με τον τσε ή τους ramones
και ξερνάω στη σειρά κιλότες,σλιπάκια,t-shirt,πουκάμισα,φούστες και παντελόνια
χτυπάω πλάτη με ολίγον τι από πίσω μέρος κεφαλιού
στους σοβατισμένους μόνο με χοντρά χέρια τοίχους
και ρεύομαι καπιταλισμό και γκαζολίν
πέφτω στα γόνατα και πέφτω απ'τα γόνατα
σοριασμένος συλλέγω δροσιά απ'τα μούσκλια των ταρατσών
που πηγάζει απ'τη λαχτάρα της μπύρας του διαλείμματος
των οικοδόμων που την πλάκα τους έριξαν
σηκώνομαι και συνεχίζω ανεπιθύμητος
ο πιο παλιός μου φίλος μ'απαρνήθει χτες
εκατοντάδες κολόνες της δεη με λάμπες νέου τύπου
μας ψεκάζουν άρρωστο φως και μας γαμούν τις βραδιές στα μπαλκόνια μας
σταματώ
αιμόπτυση
ανάβω τσιγάρο
τσεκάρω μπρος πίσω
βγάζω χάρτα 300mg χάος
την αδειάζω στην χιλιοκατουρημένη άσφαλτo
ανεβαίνω στην πιο ψηλή ταράτσα που βρίσκω μπρος μου
πηδώ
κοίτα μαμά με το κεφάλι
κοίτα μαμά χωρίς ναρκωτικά
κοίτα μαμά και πάλι ανεπιθύμητος
Κυριακή 29 Ιουνίου 2014
νο37
κι αν ήταν κυριακή ίσως να το καταλάβαινες καλύτερα
μιας και τις κυριακές η θλίψη είναι συναίσθημα κοινό
για τους περισσότερους ανθρώπους και όλοι δείχνουν να συμμερίζονται
την θλίψη των άλλων,απ'όπου κι αν αυτή πηγάζει,αν είναι κυριακή
δεν ήταν κυριακή,αν και δεν απείχε και πολύ απ'αυτή
χειμώνας,γκρι του τσιμέντου,δίσκος που γρατζούναγε στο παίξιμό του
και μαζί γρατζούναγε την ψυχή μου σε έναν σετ αραμπιέν μανέ του νταλγκά*,
νύχτα χωρίς αρώματα,φιλιά χωρίς τη γεύση σου,ήταν μέσα μου,κάτι σα κυριακή
στάθηκα ώρα στο μπαλκόνι σπρώχνοντας τα κάγκελα
με το βάρος και την όποια μου δύναμη ελπίζοντας πως θα γκρεμιστούν
μαζί κι εγώ,μαζί κι όλα τα υπόλοιπα κάγκελα,όλου του κόσμου
φυλακών προσωπικών,φυλακών αστικών,κρατητηρίων,ψυχιατρείων,στρατοπέδων,συνόρων
μάταια
μπήκα ξανά στο δωμάτιο και έκατσα στην καρέκλα μου με τα ροδάκια
άνοιξα το μουσικό κουτί και υπό τον ήχο του χαζού λουλαμπάι
άρχισα να μετρώ με ανοιχτή τη χούφτα και τα μάτια κλειστά
"ένα λ,δυο λ,τρία λ,τέσσερα λ,πέντε λ,έξι λ.ένα σ,δυο σ,τρία σ"
το μουσικό κουτί έπαψε,ήθελε κούρδισμα και γω δεν είχα καμιά διάθεση να κουρδίζω
απ'τα τελευταία που θυμάμαι είναι μια σιγή που δεν ταίριαζε σε καλοκαιριάτικη νύχτα,
μετά τα λόγια τσαμπουκάδων με τον γέρο μου και εικόνες που δε θέλω ν'αναφέρω
η κούπα με το παγωμένο κρασί βοήθησε να πάνε κάτω τα "φαρμάκια"
η κούπα με το παγωμένο κρασί με συνόδευσε μέχρι την πτώση μου μαζί με το τροχοφόρο θρόνο μου
σιωπή,σιωπή,σιωπή
γιατί με φέρατε εδώ,ποιοι είστε,τι έκανα;τι είναι δω,γιατί τόσα φώτα;
ασεβείτε προς τη νύχτα,το ξέρετε;κι αν το ξέρετε γιατί δε σβήνετε τα γαμημένα φώτα;
μετά κάτι τσιμπιές και πάλι σιωπή,πυκνή σιωπή που την αγγίζεις και σ'αγγίζει
σαν πάχνη φλεβαριανή στον θεσσαλικό κάμπο.γιατί με φέρατε εδώ,γιατί τόση σιωπή;
και δεν ήταν κυριακή να σπάσεις τη σιωπή
λέγοντάς μου ότι με καταλαβαίνεις,με αγαπάς και πως δε θα με στείλεις
όσο κι αν εγώ προσπαθώ να γκρεμιστώ διότι σ'αρέσω έτσι μπερδεμένος που ήμουν και είμαι
θα ήθελα να το κάνεις πάντα,κι ας μην είναι κυριακή κι ας μην μοιάζει καν με κυριακή
και άλλη κυριακή ξανά να μην έρθει
*σετ αραμπιέν μανές
μιας και τις κυριακές η θλίψη είναι συναίσθημα κοινό
για τους περισσότερους ανθρώπους και όλοι δείχνουν να συμμερίζονται
την θλίψη των άλλων,απ'όπου κι αν αυτή πηγάζει,αν είναι κυριακή
δεν ήταν κυριακή,αν και δεν απείχε και πολύ απ'αυτή
χειμώνας,γκρι του τσιμέντου,δίσκος που γρατζούναγε στο παίξιμό του
και μαζί γρατζούναγε την ψυχή μου σε έναν σετ αραμπιέν μανέ του νταλγκά*,
νύχτα χωρίς αρώματα,φιλιά χωρίς τη γεύση σου,ήταν μέσα μου,κάτι σα κυριακή
στάθηκα ώρα στο μπαλκόνι σπρώχνοντας τα κάγκελα
με το βάρος και την όποια μου δύναμη ελπίζοντας πως θα γκρεμιστούν
μαζί κι εγώ,μαζί κι όλα τα υπόλοιπα κάγκελα,όλου του κόσμου
φυλακών προσωπικών,φυλακών αστικών,κρατητηρίων,ψυχιατρείων,στρατοπέδων,συνόρων
μάταια
μπήκα ξανά στο δωμάτιο και έκατσα στην καρέκλα μου με τα ροδάκια
άνοιξα το μουσικό κουτί και υπό τον ήχο του χαζού λουλαμπάι
άρχισα να μετρώ με ανοιχτή τη χούφτα και τα μάτια κλειστά
"ένα λ,δυο λ,τρία λ,τέσσερα λ,πέντε λ,έξι λ.ένα σ,δυο σ,τρία σ"
το μουσικό κουτί έπαψε,ήθελε κούρδισμα και γω δεν είχα καμιά διάθεση να κουρδίζω
απ'τα τελευταία που θυμάμαι είναι μια σιγή που δεν ταίριαζε σε καλοκαιριάτικη νύχτα,
μετά τα λόγια τσαμπουκάδων με τον γέρο μου και εικόνες που δε θέλω ν'αναφέρω
η κούπα με το παγωμένο κρασί βοήθησε να πάνε κάτω τα "φαρμάκια"
η κούπα με το παγωμένο κρασί με συνόδευσε μέχρι την πτώση μου μαζί με το τροχοφόρο θρόνο μου
σιωπή,σιωπή,σιωπή
γιατί με φέρατε εδώ,ποιοι είστε,τι έκανα;τι είναι δω,γιατί τόσα φώτα;
ασεβείτε προς τη νύχτα,το ξέρετε;κι αν το ξέρετε γιατί δε σβήνετε τα γαμημένα φώτα;
μετά κάτι τσιμπιές και πάλι σιωπή,πυκνή σιωπή που την αγγίζεις και σ'αγγίζει
σαν πάχνη φλεβαριανή στον θεσσαλικό κάμπο.γιατί με φέρατε εδώ,γιατί τόση σιωπή;
και δεν ήταν κυριακή να σπάσεις τη σιωπή
λέγοντάς μου ότι με καταλαβαίνεις,με αγαπάς και πως δε θα με στείλεις
όσο κι αν εγώ προσπαθώ να γκρεμιστώ διότι σ'αρέσω έτσι μπερδεμένος που ήμουν και είμαι
θα ήθελα να το κάνεις πάντα,κι ας μην είναι κυριακή κι ας μην μοιάζει καν με κυριακή
και άλλη κυριακή ξανά να μην έρθει
*σετ αραμπιέν μανές
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
