Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

νο33

 Βγήκα από το σπίτι γύρω στις οκτώμισι.Εφτά ευρώ σε ψιλά στην κωλότσεπη,ένα πακέτο τσιγάρα,ένα στριφτό,κοντόχοντρο έτοιμο κι ένα μυαλό γεμάτο σκέψεις και κακές ιδέες όπως πάντα.Ο καιρός σε προδιέθετε,για πρώτη φορά ίσως φέτος την άνοιξη,να κάτσεις έξω.Εκείνη η ώρα είναι μεταβατική για τα γερόντια του καφενείου που κατηφορίζουν το δρόμο της επιστροφής για τα τσαρδάκια τους,αν και ο χρόνος τους έχει κάνει όλους τους δρόμους ανήφορους καθώς κάθε τους βήμα μοιάζει να χρειάζεται προσπάθεια περίσσια.Την στιγμή που έφτασα ο μπάρμπα-Τάκης πετούσε με μια απαξιωτική κίνηση τα ογδόντα λεπτά,αντίτιμο για τον τούρκικο καφέ του,στο κλασικό,στρογγυλό,σιδερένιο τραπεζάκι του καφενείου,αφήνοντας το χαρακτηριστικό ήχο των κερμάτων να ακουστεί σ'όλη την πλατεία.
"Γεια σου μπάρμπα-Τάκη μάγκα!"
 Έκατσα στο τραπέζι που άφησε,στο υπερυψωμένο κομμάτι της πλατείας με το σκαπιτσαριστό μάρμαρο και τα παρτέρια με τα λουλούδια,ιδανικό μέρος για να αποχαιρετήσεις τον ήλιο που δύει πίσω από το βουνό Φίδι,που το '48 έκαψαν ο καθεστωτικοί με την βοήθεια κάποιων λίγων εναπομεινάντων γερμανών και ιταλών,σε μια προσπάθεια να μην δώσουν χώρο για τυχών επίθεση των ανταρτών που ξέραν το βουνό σα την παλάμη του χεριού τους.Τα πεύκα είναι ξανά πάνω από τριάντα μέτρα ψηλά και την πυρκαγιά εκτός από την ιστορική μνήμη την θυμίζει μόνο ο ήλιος καθώς χάνεται μέσα στην παράδοξα μυτερή φυλλωσιά τους και σιγά-σιγά πίσω απ΄το βουνό.Εκείνη την στιγμή ο Κωστής μου έφερε το τσίπουρό μου μαζί με το τσίγκινο δισκάκι που μέσα είχε δυο κομμάτια χταπόδι,ένα κομμάτι αγγούρι και δυο ελιές,όλα λουσμένα με ξύδι.Ανάμεσα στα χάχανα των παιδιών που παίζαν τρέχοντας ιδρωμένα και κατακόκκινα
στο ανοιχτό μέρος της πλατείας,σε ένα φιλί που αντάλλασσε ένα ζευγάρι εφήβων σε ένα παγκάκι και την παρορμητικότητα των σκέψεων μου ένοιωσα για τρία δευτερόλεπτα την ευτυχία να απλώνεται σε όλο μου το κορμί,ξεκινώντας απ΄την υπόφυσή μου...
 Είδα από μακριά μια γνώριμη φιγούρα με μαύρα ρούχα και κατάμαυρα μαλλιά να βιάζεται να διασχίσει την Μεταλλωρύχων και να φτάσει στο μέρος μου.
"Καλώς τη Ζωή,κάτσε,έχει ωραία βραδιά.Ο Μάκης δε θα'ρθει;"
 Αφού τα είπαμε για λίγο και κανονίσαμε να πάμε για ποδήλατο αρχίσαμε να χαζεύουμε την πλατεία,που την είχαμε "πιάτο",και τον κόσμο που άρχισε να μαζεύεται για τα καλά στα ουζερί-διασκεδασάδικα του κάτω μέρους της.Ήμασταν κυριολεκτικά πάνω από ένα απ'αυτά και εύκολα αν είχαμε την διάθεση μπορούσαμε να αφουγκραστούμε κουβέντες και συζητήσεις.Κύριο χαρακτηριστικό των πελατών του η ανομοιογένεια,πράγμα μάλλον ευχάριστο,ίσως το μόνο ευχάριστο που βρήκα στην έως τότε παρατήρηση που έκανα στο χώρο μαζί με τις πεταχτές ματιές της μελαχρινής που καθόταν στη μεγάλη παρέα,στο πρώτο τραπέζι μετά την έξοδο του μαγαζιού.Ο ιδιοκτήτης,εμφανώς ικανοποιημένος από το ότι το ουζερί είχε τιγκάρει,στεκόταν κονιόρδος στην πόρτα χαμογελώντας και τσεκάροντας τα τραπεζάκια έξω.Σε κάποια φάση κι αφού είχε περάσει κάμποση ώρα,ο πάντα πρόθυμος να εξυπηρετήσει με απώτερο σκοπό το κέρδος μαγαζάτορας απευθυνόμενος στην μεγάλη παρέα της μελαχρινής και μαζί σε άλλες τέσσερις παρέες που τον άκουγαν σίγουρα,είπε:
"Παιδιά να βγάλω την τηλεόραση να δείτε την γιουροβίζιον;"
για να προκαλέσει την αυθόρμητη αντίδραση του νεαρού με τα κοκάλινα γυαλάκια 
"Γάμησε τη την πουτάνα ρε Σταμάτη!Τι την θες;"
  Χαμογελώντας άνοιξα το πακέτο και κοίταξα το στριφτό μου.
"Ζωή εγώ θα την κάνω,αν θες έλα.;Έχω ανάγκη μερικές τζούρες..."


για τον stoned


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου