Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

νο23

Μαύρα φλάϊτ και ακμή στη μάπα.
Τα μαύρα φανελάκια δεκάδες και η ηδονή του να τα φοράς με τις ραφές προς τα έξω.
Ο νίκος ζούσε ακόμη κι ο βαγγέλης κι ο άκης και ο γιώργος και η ολυμπία.
Ζούσαν νομίζω και αυτοί που απλά νομίζουν ότι ζουν και σήμερα...
Βράδια και βράδια καθισμένοι στα χαλίκια στο ποτάμι,με οκαρίνες,κιθάρες ή απλά κασσετόφωνο.
Ρετσίνες,ούζο και ό,τι μπορεί να βάλει ο νους σου από αλκοόλ το οποίο ήταν ξεχασμένο στα ντουλάπια των σπιτιών μας.
Τα τηλέφωνα τα χρησιμοποιούσαμε πιο πολύ για τα αμόρε μας μιας και το μπιλιαρδάδικο ήταν κοινό σημείο συνάντησης σαν έφτανε η ώρα να σμίξουμε.
Μια φορά μιλώντας με την τασία μεθυσμένος στο τηλέφωνο με πήρε ο ύπνος,δεν μου το έκλεισε,μετά καμιά ώρα που ξύπνησα με το ακουστικό να έχει τυλιχτεί γύρω μου είπα "ναι" και μου απάντησε,"περίμενα να ξυπνήσεις ακούγοντας dead can dance και ήταν σαν να ήμουν δίπλα σου".Πως να μην αγαπήσεις ένα τέτοιο πλάσμα;
Βιβλία και βινύλια,κασσέτες και σκισμένες σελίδες,με κάθε λογής μαλακία ή μη που σκεφτόμασταν,αλλάζανε χέρια με ταχύτητα και συχνότητα που σπάνια έπαιρνε ο καθένας πίσω τα δικά του.
Από τα πιο γαμάτα μέρη ήταν τα πλυσταριά.Πρόχειρα στούντιο,καπνιστήρια,ξυδιαστήρια,γαμιστρώνες,πάντα βαμμένα με κόκκινα και μαύρα σπρέι ήταν οι "πολυχώροι" του τότε.
Ο γιάννης,που αργότερα πούλησε ένα κτήμα που είχε όλο κι όλο σε τρία άτομα και την έκανε για την κρήτη,κρατούσε τότε ένα καφέ σε ταράτσα,πολύ '80s,μου έμαθε τα west και δεκαοχτώ χρονάκια τώρα αυτά καπνίζω,αν εξαιρέσεις περιόδους αφραγκίας που καπνίζω και τα νύχια μου ακόμα.
Περίοδος μη φωτογραφίας,φωτογραφίες βγάζαμε αλλά όχι τους εαυτούς μας...Αυτό το κακό με το αυτοφωτογραφίζομαι του ίντερνετ σήμερα τότε θα ήταν σημάδι ψυχασθένειας.Ποιος θέλει να έχει τόσες φώτο με την κωλόφατσά του,θα σκεφτόμασταν...Και κοίτα τώρα να δεις...
Ήμασταν όλοι αυτοκαταστροφικοί,μερικοί παραμένουμε...
Στο τέλος της σχολικής χρονιάς του '97 παίξαμε μπάσο-κιθάρα με τον κωστή το schools are prisons μέσα σ'άλλα,στον χώρο εκδηλώσεων του σχολείου "και οι μπράβοι στέκαν και κοιτάζαν σαν χαζοί"...Ο κωστής είναι στην έκτη του κορυδαλλού πια,πενήντα χρόνια για τρομοκρατία...
Καρό πουκάμισα και μάρτινς μεταχειρισμένα,τσουλούφια και αγώνας για μακρύ μαλλί,έρωτες,κλάματα,σχέσεις και φιλίες που δεν σβήσαν με τον χρόνο,καταστάσεις κοινές και καταστάσεις τόσο ακραίες,μεθύσια,μαστούρες,τρεχάλες.Τότε που καταλάβαμε πως ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα.Τότε που καταλάβαμε ότι ανήκουμε σε τάξη,είμαστε γιοι και κόρες εργατών,είμαστε φτωχοί και μας πατάνε και είπαμε πως δεν θα περάσει έτσι,θα τους γαμήσουμε κάποια μέρα αργά ή γρήγορα,με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο!
Πιο συχνά στη ζωή μου νοσταλγώ την εφηβεία μου...

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

νο22

- προϊόν τουίτερ -
παράτα το μαλάκα κι έλα να φύγουμε!θα διαβάζουμε από το πρτφ για την Ψυττάλεια καρδιά μου,άλφα μου,γιατρέ κι αρρώστια μου...
θα σου χτίσω δεντρόσπιτο,κοτσαδούρα θα προσαρμόσω,για το roadhouse μας,στο σαραβαλάκι που θα πάρουμε!
κι όλους τους φίλους μας θα καλέσω,στην πλαγιά με τις ελιές,να οργανώσουμε κοινόβιο,γαμώ την παναγία μου,επειδή το γουστάρουμε!
και το γυμναστήριο ξέχνα το,θα κάνουμε πους απς,σα τον δάντη με την πωλίνα!
θα μιλήσω στα παιδιά μας για την ανυπαρξία του θεού,για τον νίτσε και τον όργουελ,τον μπακούνιν,τον προυντόν,τον μάρκο και τη λούξεμπουργκ!
θα τα μάθω με λόγους καθώς και φελιζόλ και κεφάλια από σπίρτα να ανάβουν φωτιές που δε σβήνουν!
θα τα μάθω ακόμη πως από σπόρους μπορείς να χορτάσεις,να ζαλιστείς,να ξεράσεις,να ξεδιψάσεις,άλλους σπόρους να φτιάξεις.
πως τίποτα δεν κρατά για πάντα!εκτός απ'τις αγάπες που χαράσσονται με σουγιάδες σε δέντρα αιωνόβια κ τέτοιες αγάπες κι δέντρα θα τους δείξω
θα περπατήσουμε την πατησίων από το τιθόρα ως την ομόνοια,ακροβατώντας στα κάγκελά της.πες μου ναι!
σχώρα με για τα like που δε σου κάνω στο fb και που έχω ορκιστεί να μην αγοράσω παπούτσια αν αυτά που έχω δεν λιώσουν...
 σ'αγαπώ, ο πάντα για τα πάντα καυλωμένος σου αλητάμπουρας joe!

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

νο21

Έρως ικανέ για τα πάντα μαλάκα.
Έρως που για κτήματα και προίκες πολλές φορές ξεπουλιέσαι και σ'αυτά υποκύπτεις,
που στα μαλακά μάγουλα γυναικών μελανιές και πρηξίματα γίνεσαι,
μεταλλαγμένος από την μη ανταπόκριση αυτών στο κάλεσμα σου,
διότι έρωτα για να ανθίσεις χρειάζεσαι και του άλλου τον έρωτα να σε ποθήσει,
να σε δεχτεί!
Που σεργιανάς μπουρδελότσαρκες στις πόλεις και τα κατώφλια σπιτιών ξωμάχων για φράγκα πουλιέσαι,
σίχαμα γίνεσαι,
γαμάς και γαμιέσαι...
Κανείς δε σου γλυτώνει,
σα νόσος επάρατη,
ούτε θνητός,ούτε αθάνατος.
Τα χέρια όλων οπλίζεις με μαχαίρια άλλοτε κι άλλοτε με λόγια που πονάν ποτισμένα με το φαρμάκι της απόρριψής σου,
σαν μυρίων εχιδνών το τσίμπημα.
Φωλιάζεις στο κορμί και το μανίζεις,
Ξενιστής στις ψυχές μας γίνεσαι και τις ρουφάς σιγά σιγά με τις βελόνες που κρύβεις κάτω απ'τα βρωμερά,
σαν όρνιθας αιωνόβιας,
φτερά σου.
Εγκλήματα,πόλεμοι και αυτοχειρίες μυριάδες στο όνομά σου γίνηκαν,
γυναίκες σα γυαλί εύθραυστες απέμειναν και άντρες τα λογικά τους 'χάσαν και μεθυσμένοι στους δρόμους γυρνούν.
Και όλα αυτά τα λέω εγώ γλυκιά μου άλφα,
που σε ερωτεύτηκα και εξακολουθώ κάθε μέρα πιο πολύ να το κάνω.
Γιατί έρωτα μου,άλφα μου,
αξίζεις το όποιο τίμημα σαν καρποφορήσεις σα δένδρος στην κορφή της Δίρφυς,
σ'αγαπώ!


Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

νο20

 Έβαλε πρόχειρα ένα μπλουζάκι και το μπουφάν και ταίριαξε στο κεφάλι του τον σκούφο,που αυτούς τους μήνες δεν αποχωριζόταν ποτέ,καθώς χτυπούσε πίσω του την πόρτα από το δώμα του έκτου.
     Εφτά και μισή,πρωί τετάρτης.
 Μόλις βγήκε στην αγίου Μελετίου μύρισε την τσαντίλα και την αγωνία αυτών που πήγαιναν για την μισθωτή σκλαβιά τους-κι ήταν πολλοί-που απλωνόταν στον αέρα σα στρώμα πυκνής ομίχλης που άνετα ανταγωνιζόταν την κάπνα από τα τζάκια και το καυσαέριο από τα οχήματα.Μπουρδέλο και σήμερα σκέφτηκε καθώς έσκυψε το κεφάλι και άνοιξε το βήμα του.Την διαδρομή την έκανε κάθε μέρα αλλά σπάνια τέτοια ώρα.
 Φτάνοντας στο τρένο ανασήκωσε το κεφάλι του κοιτώντας στην άκρη του δρόμου,σα να έψαχνε κάτι κι όταν τελικά το εντόπισε,με μια γρήγορη κίνηση,σχεδόν ταχυδακτυλουργική,άπλωσε το χέρι και το πήρε.Ένα εισιτήριο για το τρένο,από αυτά που τα ακυρωτικά δεν καλοχτυπάνε είτε γιατί δεν έχουν μελάνι,είτε γιατί ο βιαστικός για τη δουλειά του το τραβά μαζί με την ακύρωση του μηχανήματος.Σάλιωσε το δάχτυλό του και με το νύχι του έξυσε το αχνό μελάνι που μαρτυρούσε πως το "τήριο" είχε χτυπηθεί και ανεβαίνοντας τρέχοντας τα σκαλιά το χτυπά,ξαναχτυπά,στο ακυρωτικό.
     Το τρένο ερχόταν.
 Όταν άνοιξαν οι πόρτες και περιμένοντας αυτούς που θέλανε να βγουν,ένα χέρι απλώθηκε προς το μέρος του και του πρόσφερε κι άλλο εισιτήριο."Σε έβλεπα από μέσα ρε μαλάκα,πάρ'το,έχεις;"."Σάκη θενκς αγορίνα μου,καλημέρα!" και ο τύπος απλά του έγνεψε καθώς χανόταν στις σκάλες.Γκραβιώτης,ξηγημένο παιδί,έσκαγε σπίτι του με τον Γιαννάκη,κι αυτός από Γκράβα.
     Το τραίνο ξεκίνησε.
 Με καθόλα νόμιμο "τήριο" πια και "χυμένος" πάνω σε μια απ'τις τελευταίες πόρτες του βαγονιού,χωρίς το άγχος των από τότε "στους μπάτσους ρε κωλόπαιδο" ελεγκτών,αφέθηκε στον σχεδόν υπνωτικό εκείνη την ώρα ήχο του μακρόστενου μεταλλικού αυτοκινούμενου και στις εικόνες που περνούσαν σα καρέ κινηματογραφικά πίσω από τα παράθυρά του.
     "Επόμενη στάση Πετράλωνα"
 Βγαίνοντας από το σταθμό είδε αμέσως τον Σάμη που του έγνεψε από το παγκάκι που καθόταν.Ένας κοντούλης παλαιστίνιος,περιποιημένος και πάντα νευρικός.Είχε χάσει τη μάνα,την αδερφή και δυο αδερφούς κάτω.Ήρθε στην Αθήνα το '99 και από τότε μένει με άλλους εφτά,συγγενείς του οι πιο πολλοί,ανθρώπους σε ένα υπόγειο δυάρι στα κάτω Πετράλωνα.Αφού χαιρετήθηκαν του είπε "όχι εδώ,πάμε σπίτι" και πήραν τον κατηφορικό δρόμο.
     Χτυπά το κουδούνι τρεισήμισι φορές.
 Το σπίτι έχει ένα δωμάτιο που το περνάς για να φτάσεις στο "καθιστικό".Αυτό το πρώτο δωμάτιο είναι το "ξαπλωτικό" μιας και δεν είχε μεν κρεβάτια αλλά είχε εφτά κουβέρτες στρωματσάδες στο πάτωμα.Στο καθιστικό είχε τρεις καναπέδες ένα μικρό τραπεζάκι και μια τεράστια τηλεόραση που έπαιζε αλ τζαζίρα μιούζικ στο τέρμα.
     "Πόσο θέλει γιάννη;"
Άνοιξε μια μπλε πλαστική σακούλα.Ο βράχος ήταν πάνω από μισό κιλό και στο χρώμα έμοιαζε με απότιστη γη στα μέσα Ιούλη.Με ένα σφυρί το χτύπησε,όχι πολύ δυνατά στη μια του άκρη και έριξε το κομμάτι που έσπασε πάνω στο ζύγι.συμπληρώνοντας με "τρήμα" από τη σακούλα το ζήτα έγραψε 10g.
     "Κι αυτό δώρο από μένα"
 Αφού τον κέρασε κι ένα χυμό από ένα φρούτο,δεν μπορούσε καν να το προφέρει,σε κονσέρβα όπως τα καρνέϊσον της παιδικής μας ηλικίας τον έβγαλε ως την είσοδο της πολυκατοικίας και αφού βγήκε και τσέκαρε το στενό του είπε να προσέχει και του έκανε νόημα να φύγει,όλα ήταν οκ.
      "Ο δρόμος της επιστροφής όταν πας να γίνεις φαντάζει πάντα πιο σύντομος από όταν πηγαίνεις."
 Έφτασε σπίτι χωρίς προβλήματα.Είχε φυλάξει ψιλά για το τήριο της επιστροφής για το τραίνο μη γίνει καμιά στραβή.Έκανε ένα μπάνιο στα γρήγορα,πήρε το από βραδύς έτοιμο σακίδιό του και με το σταφ καβατζωμένο στ'αρχίδια του πήγε ποδαράτος στο σταθμό Λαρίσης.Δεν περίμενε ούτε δέκα λεπτά,το τραίνο έφευγε.
      "Η αμαξοστοιχία για Θεσ/νίκη αναχωρεί σε 5' από το δεύτερο διάδρομο."
 Μπαίνοντας στο τραίνο περίμενε να περάσει ο τύπος που τσεκάρει τα εισιτήρια και καπάκι πήγε στο μπαρ όπου πήρε ένα νερό  και ένα καφέ "με το γαλατάκι μερίδα παρακαλώ"...ήθελε τον τσίγκο,τον καφέ του το έπινε σκέτο από την πρώτη φορά που δοκίμασε να πιει.Τα πήρε όλα και πήγε και χώθηκε στην τουαλέτα του τελευταίου βαγονιού.
 Εκεί τον ξύπνησε με φωνές,στην Θεσσαλονίκη πια ένας τύπος με αυτές τις γελοίες στολές που φροντίζουν μην ξεμείνει κανείς αποκοιμισμένος στο τραίνο.
  "Συγνώμη με έχει πιάσει διάρροια από την Αθήνα,αλλά μπορείς να δεις είναι όλα καθαρά..." του είπε και κείνος χασκογέλασε."Ελπίζω να'ναι κοντά το σπίτι" είπε και συνέχισε στον διάδρομο φωνάζοντας "Έλα τέρμα,Θεσσαλονίκη.Σαλονίκη,τέρμα!"
   "-Εσύ έχεις σειρά;
    -Ναι,έμπα!
    -Τούμπα πάω,στο γήπεδο.
    -Πω ρε φίλε θα με βάλεις να περάσω από τους σκατόμυαλους!(εννοώντας τους παοκτζήδες)
    -Δεν ασχολούμαι..."
  Δε ξαναμίλησε σ'όλη τη διαδρομή,μόνο για να πει τι του χρωστάει το ξανάνοιξε.
     "Ορίστε φίλε.Καληνύχτα και καλή συνέχεια..."
 
                                              *****************************

*αυτή ήταν μια ανούσια εξιστόρηση για ταξίδια και "ταξίδια".Η τουαλέτα του τραίνου-οπιούχος όαση- και μόνο αυτή ξέρει το τι συνέβη εκεί μέσα.Τα βούλμπε που δεν ανέφερα ήταν ο ηθικός αυτουργός του pass out..Εκείνο το δεκαήμερο στη τούμπα θα μπορούσε να γεμίσει σελίδες με τέτοιες ανούσιες ιστορίες,γεμάτες ουσίες,για μια εποχή που'χει περάσει,παλεύει όμως αδιάκοπα να ξανάρθει.Μεγάλη η μάχη κι ετούτη κολλητέ!



Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

νο19 ή "πως να πεις ευχαριστώ;"

 Αν δεν κάνω λάθος ήταν αρχές του χειμώνα του '09.Δε θυμάμαι πως και από που έφτασα εκεί.Δε θυμάμαι καν(το αντίθετο θα ήταν παράξενο) τι διάβασα τότε...Διάβασα όμως σίγουρα δυο-τρία ποστ,κατάλαβα πως κάτι πήγαινε πολύ καλά εκεί μέσα και από κείνη τη μέρα το url γαντζώθηκε από τους ηλεκτρονικούς μου σελιδοδείκτες.Από τότε,και τι δεν έχω-έχουμε περάσει...
 Ήταν που είχε αρχίσει ο χαμός με τα σόσιαλ στην ελλάδα και ο χαμός σα παράνοια "βαρεμένη" στην μεγαλύτερη φλέβα της πραγματικότητάς μας.Έτσι περνούσαν μέρες,ίσως και βδομάδες που παρασυρμένος και ζαλισμένος από την ενδοφλέβια αυτή ζάλη,χαμένος,παρέλειπα να το επισκέπτομαι.Κείνο το μέρος που είχε χακάρει τον υπολογιστή μου,με άγνωστο γκάτζετ από το μέλλον αλλά με λογισμικό καλόβουλο,ώστε κάθε που έμπαινα εκεί αυτός να βγάζει ένα παράξενο άρωμα ανάμεσα σε βιβλίο χιλιοχρονίτικο και βινύλιο γραμμοφώνου...Ξαφνικά ήταν 2011 και είπα να φτιάσω λογαριασμό σε εκείνο το σάιτ στα δεξιά του μπλογκ,που πλήρως δεν είχα καταλάβει τι έκανε,μα που λάτρευα τις σύντομες προτάσεις που έγραφε σε αυτό.Το έκανα.
 Από αυτό,μακρηγορώ τώρα το ξέρω,βγήκαν δυο αποτελέσματα θετικά τουλάχιστον και αυτά τα δυο θα αναφέρω.Πρώτον αν τα κείμενα,τα ποιήματα,οι αναρτήσεις στο μπλογκ γενικά μου έδιναν να καταλάβω σε ένα βαθμό αυτόν τον άνθρωπο που "κρυβόταν" πίσω τους,η γραφή του στο τουίτερ,αυτά τα γλυκόπικρα ξεσπάσματα,μου έδωσαν πρόσβαση σε άλλες πλευρές του χαρακτήρα του που με βοήθησαν να κατανοήσω τα πρώτα καλύτερα.Το δεύτερο είναι πως εκεί γνώρισα κι άλλους,που κι αυτοί τον διάβαζαν και μιλώντας μ'αυτούς,μέσα από αυτή τη ζύμωση,ξεπήδησε άλλο ένα είδος αντίληψης του ιδίου και των γραπτών του.
 Λίγα χρόνια μετά το φουγάρο της Ψυττάλειας,του μόνου νησιού που γράφεται με δυο τ,άρχισε να αχνοφαίνεται στον ορίζοντα της έμπνευσής του.Μια παρένθεση στο λυρισμό,που άνοιξε ο ίδιος και από σεβασμό προς τον φόβο της δεν θα την κλείσει ποτέ...
    (κλειστοφοβία
 Τα μονότυπα της πρώτης Ψ έχουν κομμάτια του εαυτού μας μέσα της(όχι μόνο για το ότι τα λογοτεχνικά σώματα στα οποία αποτυπώθηκε ήταν ημών των αναγνωστών...) και μαζί με αυτά του δημιουργού έχουν στήσει έκτοτε ένα χορό που φέρνει μνήμες και συγκίνηση,τέτοια που προσωπικά είναι λες και τα κείμενα τα ήξερα από πάντα και το πρτφ απλά τα ανέσυρε μέσα από τη γαμημένη,από τα χρόνια,τις σκοτούρες και τη διαφόρων τύπων μέθη,μνήμη μου.Δε θα ξεχάσω τη μέρα που μου έφερε το δέμα ο ταχυδρόμος πριν φύγω για το μονοήμερο ταξίδι με ωτοστόπ,ξέρεις,σου τα έχω πει.Ούτε το λιόκλαδο,ποτέ!
                      
                          φωτιά στις τράπεζες,νερό στις αμυγδαλιές

  Από προχτές έχω στα χέρια μου τη δεύτερη γραφή της Ψυττάλειας β.
                                          "αφαλός στο μέτωπο"

  Πρώτη εντύπωση μου κάνουν οι ανάποδα δεμένες σελίδες του,από το πως έχουν σχιστεί.Πήρα βαθιά ανάσα και το πακέτο με τα αφορολόγητα,αγκαζέ με καθαρό τασάκι.Η πρώτη ανάγνωση με κράτησε σε μια διαδικασία "ανάγνωση-σκέψη-ρίγη-χαμόγελο ή δάκρυ".Το'ξερα πως τα σύννεφα τρώγονταν  και πως κάτι είχε να κάνει με τους τσιγγάνους η όλη ιστορία.Τα τζιτζίκια και το θρόισμα των φύλλων,οι γκρεμοί και τα πηγάδια,οι πλάτανοι και τα εντελβάις,οι πυγολαμπίδες και το Παιδί,το Πέραμα και η Σαλαμίνα,όλα εκεί.Η αυτοχειρία και τα γεννητούρια ακόμα.Κατάλαβα πως δεν πρόκειται για απλό βιβλίο μα για συναισθήματα,μπαλωμένα με μπαλώματα από ρούχα πολύχρωμα,καβατζωμένα απ'τις μπουγάδες των αθίγγανων.Μήνυμα νίκης μα και από πολλαπλές ήττες εσωτερικές μήνυμα...Αναστεναγμός και "ώπα" μαζί.Δεν είναι σκέψεις που δε θα έκανες,είναι σκέψεις που σου έχουν περάσει πολλές φορές απ'το μυαλό αλλά δεν θα διατύπωνες ποτέ με αυτόν το τρόπο!
 Δεν θα προδώσω άλλο το έργο.Είναι άδικο για κάποιον που δεν το έχει διαβάσει από αρχής μέχρι τέλους...Νοιώθω τυχερός που ζω την εποχή της Ψυττάλειας και άτυχος που ζω την εποχή που πρέπει να προσαρμόσουμε το χαμόγελό μας ανάλογα με τα χαλασμένα μας δόντια.
 Καλοτάξιδο!

                                                

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

νο16 ή νο1999


1999

Σε καλώ να με ιππεύσεις μια νυχτιά.Θα σου χαρίσω όλα τα αστέρια μου και μαζί θα κλέψουμε άλλα τόσα.Ξέρεις πόσα αστέρια ανήκουν σε κάθε ον που ζει κάθε ορισμένη στιγμή στο χωρόχρονο;Πολλά.Οι υπόλοιποι θα μας κυνηγούν για τη φέρμα όμως εμείς θα τους εξουδετερώσουμε,μ'ένα γλυκό μας χάδι και την πίκρα των λόγων μας.
Πίσω από μάσκες θα κρύβομαι 'γω κι εσύ μόνο για μερικά δευτερόλεπτα.Έπειτα θα βουτήξουμε στο και στους δυο μας γνωστό χάος.Θα το νικήσουμε,θα το κάνουμε φίλο καλό για να μας ξαναπάρει μαζί του!(δεν θες να'ρθεις;πάντα μου άρεσαν τα αστεία σου...).Θα το ακολουθήσουμε σε ό,τι πιο ξένο για να βρούμε τα πλέον γνωστά μέσα μας,αυτά που λέμε φαντασία ή φανταστικό.
Μόνο έτσι θα ξεφύγω ανθέ μου,απ'την άγρια δίνη που θέλει να με κατασπαράξει ολάκερο ως το τέλμα της ησυχίας-θάνατο.
Κράτα μου το χέρι,μόνο αυτό σου ζητώ.Σου υπόσχομαι πως όλα θα γίνουν όπως στα λέω.Αυτή η υπερχείλιση αγάπης με έχει οδηγήσει σε ενοράσεις.
Κράτα με,σου υπόσχομαι πάλι,δεν θα χαθώ!Είμαι πολύ ήρεμος πια για να το κάνω.
Αρνούμαι το αίμα μου...

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2014

νο15


 Πρασινομπλέ το στόμα.Σταμάτησα στον μεγάλο πλάτανο στην αγιά σωτήρο,meeting point εδώ και χρόνια για μένα και τον Άγγελο.
 Καβάτζωσα το ζύγι και ένα ψίλο πίσω από μια καρφωμένη στον πλάτανο ταμπέλα "ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΚΑΡΒΟΥΝΑ".Έβαλα εμπρός και ξεκίνησα.Δρομολόγιο προς την ήττα.Με την αντηλιά να με χτυπά σε όλη την διαδρομή και μετά από δεκαεπτά λεπτά έφτασα στην στροφή με το κάτοπτρο και κατηφόρισα στον ελαιώνα.Ο Βαγγέλης με περίμενε καθισμένος πάνω στο καπό του lada του.Πήραμε τις σακούλες μας κι αρχίσαμε να μαζεύουμε τις πεσμένες και ζαρωμένες ελιές.Χαμάδες τις λέμε 'μεις δω...Ρίξαμε κάτι χάχανα αλλά την περισσότερη ώρα μείναμε σιωπηλοί.Την ησυχία στο δάσος χαλούσαν μόνο κάτι αεροπλάνα που περνώντας ακούγονταν σα να γουργουρίζει ο ουρανός."Γιάννο βαρέθηκα" μου είπε σε κάποια φάση,βγάζοντας από την τσέπη του μια τεράστια πίπα και ένα σακούλι έτοιμο τουμπεκί και χόρτο καλοτριμμένα.Την γέμισε ως τα μπούνια και αφού έβαλε φωτιά σε ένα κλαδάκι ελιάς άρχισε να την ανάβει με αυτό.Ξαπλώσαμε στο στρώμα από τα ελαιόφυλλα και μια αυτός μια εγώ,της δώσαμε και κατάλαβε.
 Μια από τις λίγες στιγμές που ένοιωσα χαρούμενος τελευταία.Μια από τις φορές που και να πέθαινα εκεί,λίγο θα με ένοιαζε,τόσο γεμάτος και ανέμελος που ήμουν.