Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

νο20

 Έβαλε πρόχειρα ένα μπλουζάκι και το μπουφάν και ταίριαξε στο κεφάλι του τον σκούφο,που αυτούς τους μήνες δεν αποχωριζόταν ποτέ,καθώς χτυπούσε πίσω του την πόρτα από το δώμα του έκτου.
     Εφτά και μισή,πρωί τετάρτης.
 Μόλις βγήκε στην αγίου Μελετίου μύρισε την τσαντίλα και την αγωνία αυτών που πήγαιναν για την μισθωτή σκλαβιά τους-κι ήταν πολλοί-που απλωνόταν στον αέρα σα στρώμα πυκνής ομίχλης που άνετα ανταγωνιζόταν την κάπνα από τα τζάκια και το καυσαέριο από τα οχήματα.Μπουρδέλο και σήμερα σκέφτηκε καθώς έσκυψε το κεφάλι και άνοιξε το βήμα του.Την διαδρομή την έκανε κάθε μέρα αλλά σπάνια τέτοια ώρα.
 Φτάνοντας στο τρένο ανασήκωσε το κεφάλι του κοιτώντας στην άκρη του δρόμου,σα να έψαχνε κάτι κι όταν τελικά το εντόπισε,με μια γρήγορη κίνηση,σχεδόν ταχυδακτυλουργική,άπλωσε το χέρι και το πήρε.Ένα εισιτήριο για το τρένο,από αυτά που τα ακυρωτικά δεν καλοχτυπάνε είτε γιατί δεν έχουν μελάνι,είτε γιατί ο βιαστικός για τη δουλειά του το τραβά μαζί με την ακύρωση του μηχανήματος.Σάλιωσε το δάχτυλό του και με το νύχι του έξυσε το αχνό μελάνι που μαρτυρούσε πως το "τήριο" είχε χτυπηθεί και ανεβαίνοντας τρέχοντας τα σκαλιά το χτυπά,ξαναχτυπά,στο ακυρωτικό.
     Το τρένο ερχόταν.
 Όταν άνοιξαν οι πόρτες και περιμένοντας αυτούς που θέλανε να βγουν,ένα χέρι απλώθηκε προς το μέρος του και του πρόσφερε κι άλλο εισιτήριο."Σε έβλεπα από μέσα ρε μαλάκα,πάρ'το,έχεις;"."Σάκη θενκς αγορίνα μου,καλημέρα!" και ο τύπος απλά του έγνεψε καθώς χανόταν στις σκάλες.Γκραβιώτης,ξηγημένο παιδί,έσκαγε σπίτι του με τον Γιαννάκη,κι αυτός από Γκράβα.
     Το τραίνο ξεκίνησε.
 Με καθόλα νόμιμο "τήριο" πια και "χυμένος" πάνω σε μια απ'τις τελευταίες πόρτες του βαγονιού,χωρίς το άγχος των από τότε "στους μπάτσους ρε κωλόπαιδο" ελεγκτών,αφέθηκε στον σχεδόν υπνωτικό εκείνη την ώρα ήχο του μακρόστενου μεταλλικού αυτοκινούμενου και στις εικόνες που περνούσαν σα καρέ κινηματογραφικά πίσω από τα παράθυρά του.
     "Επόμενη στάση Πετράλωνα"
 Βγαίνοντας από το σταθμό είδε αμέσως τον Σάμη που του έγνεψε από το παγκάκι που καθόταν.Ένας κοντούλης παλαιστίνιος,περιποιημένος και πάντα νευρικός.Είχε χάσει τη μάνα,την αδερφή και δυο αδερφούς κάτω.Ήρθε στην Αθήνα το '99 και από τότε μένει με άλλους εφτά,συγγενείς του οι πιο πολλοί,ανθρώπους σε ένα υπόγειο δυάρι στα κάτω Πετράλωνα.Αφού χαιρετήθηκαν του είπε "όχι εδώ,πάμε σπίτι" και πήραν τον κατηφορικό δρόμο.
     Χτυπά το κουδούνι τρεισήμισι φορές.
 Το σπίτι έχει ένα δωμάτιο που το περνάς για να φτάσεις στο "καθιστικό".Αυτό το πρώτο δωμάτιο είναι το "ξαπλωτικό" μιας και δεν είχε μεν κρεβάτια αλλά είχε εφτά κουβέρτες στρωματσάδες στο πάτωμα.Στο καθιστικό είχε τρεις καναπέδες ένα μικρό τραπεζάκι και μια τεράστια τηλεόραση που έπαιζε αλ τζαζίρα μιούζικ στο τέρμα.
     "Πόσο θέλει γιάννη;"
Άνοιξε μια μπλε πλαστική σακούλα.Ο βράχος ήταν πάνω από μισό κιλό και στο χρώμα έμοιαζε με απότιστη γη στα μέσα Ιούλη.Με ένα σφυρί το χτύπησε,όχι πολύ δυνατά στη μια του άκρη και έριξε το κομμάτι που έσπασε πάνω στο ζύγι.συμπληρώνοντας με "τρήμα" από τη σακούλα το ζήτα έγραψε 10g.
     "Κι αυτό δώρο από μένα"
 Αφού τον κέρασε κι ένα χυμό από ένα φρούτο,δεν μπορούσε καν να το προφέρει,σε κονσέρβα όπως τα καρνέϊσον της παιδικής μας ηλικίας τον έβγαλε ως την είσοδο της πολυκατοικίας και αφού βγήκε και τσέκαρε το στενό του είπε να προσέχει και του έκανε νόημα να φύγει,όλα ήταν οκ.
      "Ο δρόμος της επιστροφής όταν πας να γίνεις φαντάζει πάντα πιο σύντομος από όταν πηγαίνεις."
 Έφτασε σπίτι χωρίς προβλήματα.Είχε φυλάξει ψιλά για το τήριο της επιστροφής για το τραίνο μη γίνει καμιά στραβή.Έκανε ένα μπάνιο στα γρήγορα,πήρε το από βραδύς έτοιμο σακίδιό του και με το σταφ καβατζωμένο στ'αρχίδια του πήγε ποδαράτος στο σταθμό Λαρίσης.Δεν περίμενε ούτε δέκα λεπτά,το τραίνο έφευγε.
      "Η αμαξοστοιχία για Θεσ/νίκη αναχωρεί σε 5' από το δεύτερο διάδρομο."
 Μπαίνοντας στο τραίνο περίμενε να περάσει ο τύπος που τσεκάρει τα εισιτήρια και καπάκι πήγε στο μπαρ όπου πήρε ένα νερό  και ένα καφέ "με το γαλατάκι μερίδα παρακαλώ"...ήθελε τον τσίγκο,τον καφέ του το έπινε σκέτο από την πρώτη φορά που δοκίμασε να πιει.Τα πήρε όλα και πήγε και χώθηκε στην τουαλέτα του τελευταίου βαγονιού.
 Εκεί τον ξύπνησε με φωνές,στην Θεσσαλονίκη πια ένας τύπος με αυτές τις γελοίες στολές που φροντίζουν μην ξεμείνει κανείς αποκοιμισμένος στο τραίνο.
  "Συγνώμη με έχει πιάσει διάρροια από την Αθήνα,αλλά μπορείς να δεις είναι όλα καθαρά..." του είπε και κείνος χασκογέλασε."Ελπίζω να'ναι κοντά το σπίτι" είπε και συνέχισε στον διάδρομο φωνάζοντας "Έλα τέρμα,Θεσσαλονίκη.Σαλονίκη,τέρμα!"
   "-Εσύ έχεις σειρά;
    -Ναι,έμπα!
    -Τούμπα πάω,στο γήπεδο.
    -Πω ρε φίλε θα με βάλεις να περάσω από τους σκατόμυαλους!(εννοώντας τους παοκτζήδες)
    -Δεν ασχολούμαι..."
  Δε ξαναμίλησε σ'όλη τη διαδρομή,μόνο για να πει τι του χρωστάει το ξανάνοιξε.
     "Ορίστε φίλε.Καληνύχτα και καλή συνέχεια..."
 
                                              *****************************

*αυτή ήταν μια ανούσια εξιστόρηση για ταξίδια και "ταξίδια".Η τουαλέτα του τραίνου-οπιούχος όαση- και μόνο αυτή ξέρει το τι συνέβη εκεί μέσα.Τα βούλμπε που δεν ανέφερα ήταν ο ηθικός αυτουργός του pass out..Εκείνο το δεκαήμερο στη τούμπα θα μπορούσε να γεμίσει σελίδες με τέτοιες ανούσιες ιστορίες,γεμάτες ουσίες,για μια εποχή που'χει περάσει,παλεύει όμως αδιάκοπα να ξανάρθει.Μεγάλη η μάχη κι ετούτη κολλητέ!



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου